|
«Οτι τα πράγματα δεν βαίνουν
κατ’ ευχήν / στην Αποικία, δεν μέν’
η ελαχίστη αμφιβολία»
Καβαφης
Προ του 1967 ένα μεγάλο ερώτημα
πλανιόταν πάνω από τη χώρα: ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο, η κυβέρνηση ή το
Παλάτι; Μετά το 1975 με την αποκατάσταση της δημοκρατίας καταργήθηκε οριστικά η
μοναρχία και αποφασίστηκε ότι εφεξής τον τόπο θα κυβερνούσε μόνο η κυβέρνηση
και ο πρωθυπουργός, έστω με κάποια θεσμικά αντίβαρα από την πλευρά του Προέδρου
της Δημοκρατίας. Μια δεκαετία αργότερα, το 1986, καταργήθηκαν και αυτά τα
στοιχειώδη προεδρικά αντίβαρα και η αποκλειστική ευθύνη της διακυβέρνησης
μετατοπίστηκε εξ ολοκλήρου στην κυβέρνηση, στον πρωθυπουργό.
Διογκώθηκε έκτοτε το φαινόμενο του
κυβερνητισμού με την πρωθυπουργοκεντρική του εστίαση και αναφορά, λειτουργώντας
ενίοτε ως απατηλή θεότητα, μια fata morgana, στο συμβολικό ή φαντασιακό επίπεδο για
την επίλυση των προβλημάτων, την εξάλειψη όλων των δυσχερειών. Δήθεν αρκεί ν’
αλλάξει η κυβέρνηση, να φύγει αυτός ο πρωθυπουργός, να ’ρθει κάποιος άλλος στη
θέση του κι όλα θα πάνε καλύτερα, ο τόπος θα προοδεύσει.
Ωστόσο, παρά τις αλλαγές στα
πρόσωπα και τις κυβερνήσεις, αλλά και την ηλικιακή ανανέωση της ηγεσίας, μια
κρίση απόφασης είναι ορατή, αλλά και μια ατολμία για τις κρίσιμες, τις μεγάλες
επιλογές για τις διορθωτικές τομές, για τις μεταρρυθμίσεις ουσίας. Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η τελευταία συνταγματική αναθεώρηση που περιορίστηκε σε
τελείως δευτερεύουσες ρυθμίσεις. Η «χαμηλή πτήση» και η λογική της διαχείρισης
μοιάζει να κυριαρχεί σε πολλούς τομείς με κάποιες εξαιρέσεις, οι οποίες μάλλον
βεβαιώνουν παρά μεταβάλλουν τον κανόνα.
Το ερώτημα, λοιπόν, είναι πού
οφείλεται αυτό το έλλειμμα ή υστέρημα των αποφασιστικών αλλαγών, των καίριων
μεταρρυθμίσεων για την ουσιαστική αναδιάρθρωση του κράτους και της δημόσιας
διοίκησης, για την αναζωογόνηση του πολιτικού συστήματος 35 χρόνια μετά τη
θεμελίωση της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας.
Αξίζει, εν πρώτοις, να
παρατηρηθεί και να συνειδητοποιηθεί στον αναγκαίο βαθμό ότι η χώρα συμμετέχει
ως πλήρες μέλος ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Τούτο
έχει ως συνέπεια, πέραν των οικονομικών ενισχύσεων, ότι ένα μεγάλο μέρος της
νομοθεσίας, άρα και των επιλογών, αποφασίζεται εκεί (στις Βρυξέλλες). Πράγμα
που σημαίνει ότι η ελληνική διοίκηση είναι πλέον υποχρεωμένη να ενεργεί
προληπτικά συμμετέχοντας ενεργά στα ποικίλα στάδια της διαδικασίας διαμόρφωσης
των σχετικών ρυθμίσεων, να πληροφορείται έγκαιρα και συστηματικά γι’ αυτές και,
όταν ολοκληρώνονται, να τις ενσωματώνει πλήρως και μεθοδικά στο ισχύον δίκαιο,
αφαιρώντας την παλαιά ύλη. Αρα, η «αντιστασιακή» λογική ή η κωλυσιεργία μάλλον
δεν ωφελεί ούτε οδηγεί πουθενά. Σε κάθε περίπτωση, η συνεργασία και η
εναρμόνιση είναι προτιμότερη από την αντίδραση και την αδιαφορία, την
εσωστρέφεια.
Η ίδια η κοινωνία, εξάλλου, έχει
καταστεί πολύ πιο σύνθετη, διαφοροποιημένη. Οι θεσμικοί χώροι και τα πεδία της
κοινωνικής ζωής, της κουλτούρας, των στάσεων και των αντιλήψεων λειτουργούν
σχετικά αυτόνομα με τη δική τους λογική χωρίς να δέχονται εύκολα την πολιτική
χειραγώγηση και επικυριαρχία. Η πολιτική σφαίρα έχει πάψει πλέον να θεωρείται
«η πασών κυριωτάτη και πάσας περιέχουσα τας άλλας», όπως έλεγε ο Αριστοτέλης. Συναντά
ολοένα και περισσότερο μια δυσπιστία και αμφισβήτηση, μια μείωση των
προσδοκιών, απάθεια ή και αδιαφορία.
Πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα
ότι το κράτος και η διοίκηση, η διακυβέρνηση δεν γίνεται πλέον νοητή ως
διαδικασία επιβολής και ιεραρχίας, αλλά αναζητάει και προωθεί τον διάλογο, τη
διαβούλευση, την πειθώ, τη συνεργασία με την κοινωνία των πολιτών. Η αδυναμία
της πολιτικής να λειτουργήσει με τέτοιους όρους έχει οδηγήσει στην
απομυθοποίηση ή «απομάγευσή» της, κατά τον όρο του Max Weber, από τις μάζες του πληθυσμού, που δεν συγκινούνται πια από αυτήν, όπως τον
πρώτο καιρό της μεταπολίτευσης.
Συνάμα, το «πολιτικό χρήμα» και η
διαφθορά πολιτικών και διοικητικών στελεχών έχει διαβρώσει το κεφάλαιο της
εμπιστοσύνης και της αξιοπιστίας στο σώμα των πολιτών. Οι τελευταίοι
διαπιστώνουν συχνά ότι η πολιτική δεν χαρακτηρίζεται πια από το χάρισμα του
λόγου, το ήθος των ιδεών και το ευγενές πάθος του χαρακτήρα, αλλά από τις
δοσοληψίες και τις διασυνδέσεις με τους πλούσιους και τους ισχυρούς.
Αν η πλουτοκρατία, η
οικογενειοκρατία και η «μηντιοκρατία» προσδιορίζουν τους όρους αναπαραγωγής της
πολιτικής �lite στη χώρα, η
συνέπεια δεν θα είναι μόνο η απογοήτευση των πολιτών. Αλλά και η ποιότητα, η
αξία και ικανότητα, η αυτονομία της πολιτικής ίσως είναι κι αυτή ατελής και
περιορισμένη και η δημοκρατία γίνεται «ελλειμματική», όπως τη χαρακτηρίζει ο
καθηγητής Ξ. Κοντιάδης. Η «ρουτινοποίηση» του χαρίσματος και η υπαλληλοποίηση
πολιτικών και διοικητικών στελεχών σε κομματικές ή συνδικαλιστικές πειθαρχίες
μοιάζει ήδη να κυριαρχεί.
Η «κομματικοκρατία», που είναι
ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα στη διοίκηση του κράτους, είναι φυσικό να μην
ελκύει, αλλά να εχθρεύεται τη γοητεία και την αξία της προσωπικότητας, τα
ελεύθερα πνεύματα, την πολιτική κουλτούρα της αναζήτησης, του προβληματισμού,
της αμφιβολίας.
Αν η πολιτική στελέχωση διέπεται
από την πελατειακή λογική και όχι την αξιοκρατία, τα ίδια και με χειρότερα
αποτελέσματα συμβαίνουν στη δημόσια διοίκηση. Ο κατακερματισμένος σε χιλιάδες
υπηρεσίες και οργανισμούς κρατικοδιοικητικός μηχανισμός καθίσταται συχνά έρμαιο
μικροσυμφερόντων και αυθαιρεσίας. Με συνέπεια όχι μόνο να μην ενημερώνει
έγκαιρα και υπεύθυνα την πολιτική ηγεσία ή να την «παραπλανά» για την ορθότητα
των διαδικασιών, αλλά και να μην είναι σε θέση να εφαρμόσει με στοιχειώδη
συνέπεια τους νόμους και τις διατάξεις.
Κοντολογίς, η διοίκηση σε πολλές
περιπτώσεις, και μάλιστα στα ηγετικά ή διευθυντικά κλιμάκια, διέπεται –πλην
εξαιρέσεων– από ακαταλληλότητα και αναξιοκρατία. Αυτή είναι η γάγγραινα που
τρώει εκ των έσω τον ιστό της διοίκησης, της δημοκρατίας.
Από την άλλη πλευρά, η ατροφική
κοινωνία των πολιτών δεν διαθέτει κατά κανόνα δυνατότητα ουσιαστικής επιρροής. Κι
όταν ακούγεται, αυτό δεν έχει κάποια σημασία.
Στο ερώτημα πού οδηγούν όλα αυτά,
η απάντηση είναι σε μια κατάσταση σχετικής στασιμότητας ή και εφησυχασμού, σε
μια μελαγχολική κοινωνική ζωή, όπου περισσεύει η απογοήτευση και η διαμαρτυρία,
αλλ’ όχι η δράση και η πρωτοβουλία. Πράγμα που θυμίζει τη ρήση του Επίκτητου:
«Γιατί ριψοκινδυνεύεις με θέματα ύψιστης σημασίας; Αν βρίσκεις τις αρχές της
φιλοσοφίας διασκεδαστικές, κάτσε κάτω και στριφογύριζέ τις στη σκέψη σου
μονάχος». Ποιο το νόημα να ενεργήσεις, προς τα πού και τι να πεις; Σε τέτοιους
δύσκολους καιρούς η πολιτική προς τι και η φιλοσοφία;
Πολλοί, λοιπόν, στρέφουν το
βλέμμα τους στα ίδια αναμένοντας να περάσει η μπόρα, να ’ρθουν καλύτερες
στιγμές, πιο ελεύθερες, πιο δημιουργικές.
Αλλοι απορούν και διερωτώνται αν
υπάρχει άραγε σήμερα ακόμη η δυνατότητα για μια ανακαίνιση της πολιτικής ζωής
από ενεργούς και ελεύθερους πολίτες και πολιτικούς, που εξακολουθούν να
ενδιαφέρονται και να πονούν για τον τόπο.
* Ο κ. Αντώνης Μακρυδημήτρης
είναι καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών.
Αντώνης Μακρυδημήτρης |