ΒΑΡΒΑΡΑ ΤΕΡΖΑΚΗ
 
Επικοινωνία
Οι τρεις κρίσεις της εποχής (Ελευθεροτυπία)

Είναι η πρώτη φορά στη σύγχρονη οικονομική ιστορία που τρεις κρίσεις -χρηματοπιστωτική, ενεργειακή, διατροφική- συμβαίνουν ταυτόχρονα. Η κάθε μία επηρεάζει τις άλλες δύο, μεγεθύνοντας έτσι με εκθετικό τρόπο την κατάρρευση της πραγματικής οικονομίας.

Παρ' όλο που οι κυβερνήσεις και οι διεθνείς αρχές, για να κρύψουν τη δική τους ευθύνη, προσπαθούν να μειώσουν όσο γίνεται περισσότερο τη σοβαρότητα της κατάστασης, η αλήθεια είναι ότι βρισκόμαστε μπροστά σ' ένα οικονομικό σεισμό, πρωτοφανών διαστάσεων. Τα αποτελέσματά του στην κοινωνία μόλις αρχίζουν να γίνονται αισθητά και θα εκραγούν με βιαιότητα τους επόμενους μήνες. Παρ' όλο που κανείς ποτέ δεν ξέρει ποια στιγμή θα έρθει το χειρότερο, το 2009 θα μπορούσε να μοιάζει με το καταστροφικό '29...

Γιατί, η χρηματοπιστωτική κρίση συνεχώς εντείνεται. Δεν περνάει πια μέρα χωρίς να μαθαίνουμε για νέες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες. Στην κατάρρευση σημαντικών αμερικανικών τραπεζικών ιδρυμάτων όπως η BearStearns, η MerrillLynch και ο γίγαντας Citigroup, ήρθε να προστεθεί η πρόσφατη καταστροφή της LehmanBrothers, τέταρτης σε μέγεθος εμπορικής τράπεζας, η οποία στις 9 Ιουνίου, ανακοίνωσε απώλειες 1,7 δισεκατομμυρίων ευρώ, μόνο για το δεύτερο τρίμηνο του 2008.

Είναι η πρώτη φορά που εμφανίζει παθητικό από τότε που εισήχθη στο χρηματιστήριο, το 1994. Μέχρι σήμερα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που χτυπήθηκαν παραδέχονται απώλειες 250 δισεκατομμυρίων ευρώ. Ωστόσο, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι για να αποφευχθεί η κατάρρευση θα πρέπει το σύστημα να τροφοδοτηθεί με 670 δισεκατομμύρια ευρώ (δηλαδή το διπλάσιο του προϋπολογισμού της Γαλλίας!).

Η κρίση -που ξεκίνησε τον Αύγουστο του 2007 με την κατάρρευση των υποθηκών (subprimes)- απλώθηκε αμέσως σε ολόκληρο τον πλανήτη και επηρέασε και άλλες μετοχές. Η ικανότητά της αυτή, να μεταλλάσσεται και να μεταδίδεται μέσω περίπλοκων και αδιαφανών χρηματοπιστωτικών εργαλείων, την κάνει να μοιάζει με επιδημία.

Οι αγορές αποδεικνύουν ότι δεν μπορούν να λειτουργήσουν. Οι τράπεζες φυλάγονται η μία από την άλλη κι έχουν σταματήσει να δανείζουν. Η έλλειψη ρευστού αύξησε τα επιτόκια των δανείων των επιχειρήσεων, της κατανάλωσης και της στέγασης. Παρά τις μαζικές μεταφορές χρημάτων από τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες είναι η πρώτη φορά που παρατηρείται τέτοια έλλειψη στις αγορές από το 1945. Αυτό που όλοι φοβούνται σήμερα είναι να μην καταρρεύσει το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα.

Γιατί από τη χρηματοπιστωτική σφαίρα η κρίση μετακινήθηκε στο σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων. Ξαφνικά οι οικονομίες των αναπτυγμένων χωρών πάγωσαν, ενώ οι αναδυόμενες χώρες της Ασίας (Κίνα, Ινδία) δεν καταφέρνουν να πάρουν τη σκυτάλη. Ιδιαίτερα στην Ε.Ε. η μεγέθυνση μειώνεται σημαντικά. Και η αμερικανική οικονομία, όπου το δολάριο πέφτει συνεχώς, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα.

Η κρίση χτυπά περισσότερο τον κτηματομεσιτικό τομέα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιρλανδία και την Ισπανία, για παράδειγμα, εκατομμύρια διαμερίσματα και οικίες δεν βρίσκουν αγοραστή. Αλλά και παντού στην Ευρώπη οι τιμές πέφτουν. Η αύξηση των επιτοκίων, όπως και οι φόβοι για κατάρρευση, έχουν καταστροφικά αποτελέσματα στο σύνολο της βιομηχανίας κατασκευών. Οι εταιρείες του κλάδου βρίσκονται στο μάτι του κυκλώνα και παρακολουθούν, ανήμπορες να αντιδράσουν, την εξαφάνιση χιλιάδων θέσεων εργασίας.

Ετσι, η οικονομική κρίση μετατρέπεται σε κοινωνική κρίση. Και βλέπουμε να επανέρχονται αυταρχικές πολιτικές. Για παράδειγμα, βασιζόμενες στην «οδηγία Επιστροφή» -η οποία ψηφίστηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 18 Ιουνίου, πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δηλώνουν ήδη ότι θα προχωρήσουν σε απέλαση χιλιάδων ξένων εργαζόμενων.

Στο απόγειο του οικονομικού αυτού πανικού παρουσιάζεται και το πετρελαϊκό σοκ. Η τιμή του βαρελιού ξεπερνά τα 140 δολάρια. Μια παράλογη αύξηση (πριν από δέκα χρόνια, το 1998, το βαρέλι κόστιζε λιγότερο από 10 δολάρια), που προκλήθηκε όχι μόνο από την υπερβολική ζήτηση, αλλά κυρίως εξαιτίας της παρέμβασης των κερδοσκόπων, που ποντάρουν στη συνεχιζόμενη αύξηση.

Εχοντας εγκαταλείψει τις υποθήκες «subprime» και τη χρηματοπιστωτική φούσκα, οι κερδοσκόποι ποντάρουν στα 200 ή 300 δολάρια το βαρέλι. Προκαλείται έτσι μια «χρηματιστηριοποίηση» του πετρελαίου, με όλες τις συνέπειες που παρατηρούμε: αύξηση της τιμής της βενζίνης και εκρήξεις οργής από τους επαγγελματίες τους οποίους το πρόβλημα αφορά άμεσα, δηλαδή ψαράδες, φορτηγατζήδες, γεωργούς, ταξιτζήδες κ.λπ.

Σε πολλές χώρες οι επαγγελματίες αυτοί απαιτούν από τις κυβερνήσεις τους βοήθεια, επιδοτήσεις και μείωση της φορολογίας των καυσίμων με απεργίες, διαδηλώσεις και συγκρούσεις.

Σαν να μην έφταναν αυτά, ξαφνικά ξέσπασε και η διατροφική κρίση, για να μας θυμίσει ότι η πείνα εξακολουθεί να απειλεί περισσότερο από ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους. Σε σαράντα χώρες η απότομη αύξηση των διατροφικών ειδών προκάλεσε εξεγέρσεις. Και σ' αυτήν την περίπτωση οι κερδοσκόποι έχουν μέρος της ευθύνης, γιατί αγοράζουν μαζικά τις μελλοντικές σοδειές και ποντάρουν στην αύξηση της τιμής. Η γεωργία «χρηματιστηριοποιείται» κι αυτή.

Η Σύνοδος του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ για τη Διατροφική Ασφάλεια, στις 5 Ιουνίου, στη Ρώμη, δεν κατάφερε να καταλήξει σε συμφωνία για τη ρελάνς της παγκόσμιας διατροφικής παραγωγής. Οι τρεις αυτές σοβαρές κρίσεις αποτελούν το θλιβερό αποτέλεσμα 25 χρόνων νεοφιλελευθερισμού. Είναι καιρός πια οι πολίτες να πουν «Φτάνει!».

Ignacio Ramonet

© 2007 - easyweb team