|
Ήταν 4 Απριλίου 1968, ακριβώς σαν σήμερα πριν από σαράντα χρόνια. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ έπεφτε νεκρός από μια σφαίρα στο Μέμφις της Πολιτείας Τενεσί. Ο μαύρος ιεροκήρυκας και πολιτικός έγινε μάρτυρας και σύμβολο, όπως ο Λίνκολν, όπως ο Τζον και ο Ρόμπερτ Κένεντι. Είχε και αυτός το όνειρο τυυ, ένα όνειρο που τον ενέταξε στη γενιά των αθανάτων, όνειρο ανεκπλήρωτο ακόμη, που άρχισε με την απαίτηση για χειραφέτηση των μαύρων και ωρίμασε με τον πόθο για κοινωνική δικκαιοσύνη ανεξαρτήτως χρώματος και φυλής. Ο δρ Κινγκ υπήρξε επί 15 χρόνια δάσκαλος της κοινωνικής ανυπακοής αλλά όχι και της βίας, υπέρμαχος των διεκδικήσεων αλλά όχι της επανάστασης, κήρυκας της παθητικής αντίστασης, όπως τη δίδαξε ο Μαχάτμα Γκάντι, για τα πολιτικά δικαιώματα των ομοφύλων του, αλλά και τα κοινωνικά και οικονομικά που η κατάργηση της δουλείας δεν ήταν αρκετή για να τα εξασφαλίσει.
Κάποιοι από τους αγώνες του έπιασαν τόπο, επιμένουν οι υποστηρικτές του. Ήταν ένας από τους πρώτους μαύρους που απόλαυσαν τη χαρά να ταξιδεύουν στο ίδιο λεωφορείο σαν ίσοι προς ίσους με συνεπιβάτες λευκούς. Αναγνωρίστηκε εν ζωή, τιμημένος με βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Αμέσως μετά τον θάνατο του ο πρόεδρος Τζόνσον τον ανακήρυξε «εθνικό ήρωα», όρισε ημέρα όπου θα τιμάται η μνήμη του, το όνομα του δόθηκε σε δρόμους, πλατείες και κτίρια.
Παραμένει ωστόσο ακόμη αναπάντητο το ερώτημα: Ποιός όπλισε το χέρι του δολοφόνου και γιατί; Μυριάδες θα μπορούσαν να είναι τα κίνητρα. Από το ρατσιστικό FBI που τον θεώρησε τον «μεγαλύτερο απατεώνα του αιώνα», με τον διαβόητο διευθυντή του Εντγκαρ Χούβερ που τον αποκαλούσε «μαριονέτα της κομμουνιστικής συνωμοσίας», ως τον Ρόναλντ Ρίγκαν ο οποίος ως κυβερνήτης της Καλιφόρνιας ζητούσε να ληφθούν μέτρα εναντίον του. Επιπλέον ήταν και οι μεγιστάνες πολιτικοί που τον έβλεοαν σαν εμπόδιο στα σχέδια τους, οι διευθυντές των πολυεθνικών δεν μπορούσαν να τον ανεχθούν να φέρνει καινά δαιμόνια.
Από υπέρμαχος των πολιτικών δικαιωμάτων των μαύρων ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ δεν άργησε να εξελιχθεί σε κήρυκα της κοινωνικής δικαιοσύνης, ενώ είχε καταλάβει πολύ καλά ότι η ισότητα δικαιωμάτων δεν είναι δυνατόν να υπάρξει χωρίς ισότητα ισοδημάτων. Το είχε πει στην ιστορική ομιλία του στην εκκλησία Ριβερσάιντ της Νέας Υόρκης στις 4 Απριλίου του 1967;
«Στα 1957, όταν ιδρύσαμε τη Χριστανική Διάσκεψη του Νότου, το σύνθημά μας ήταν ‘να σώσουμε την ψυχή της Αμερικής’. Ήμασταν πεισμένοι ότι δεν πρέπει να περιορίσουμε την οπτική μας σε μερικά δικαιώματα για τους μαύρους αλλά, αντιθέτως, εκφράσαμε την πεποίθηση ότι η Αμερική δεν θα ελευθερωθεί ή δεν θα σωθεί ποτέ από τον εαυτό της παρά μόνον όταν οι απόγονοι των σκλάβων της χάσουν μια για πάντα τις χειροπέδες που ακόμη φορούν! Για μένα η σύνδεση ενός ιερέα με την ειρήνη είναι τόσο προφανής, ώστε μερικές φορές ξαφνιάζομαι με όσους με ρωτούν γιατί εκφράζομαι κατά του πολέμου. Ίσως αγνοούν ότι το χαρμόσυνο άγγελμα απευθύνεται σε όλους, κομμουνιστές και καπιταλιστές, στα παιδιά τους και στα δικά μας, σε μαύρους και λευκούς, επναστάτες και συντηρητικούς. Τι μπορώ να πω στους Βιετκόνγκ, στον Φιντέλ Κάστρο ή στον Μάο; Να τους απειλήσω με θάνατο ή να μοιραστώ τη ζωή μου μαζί τους; Εμείς οφείλουμε να μιλάμε για τους αδύναμους, για όσους δεν έχουν φωνή, για τα θύματα του έθνους μας και για αυτούς που ονομάζει εχθρούς. Γιατί καμία ανθρώπινη δύναμη δεν μπορεί να κάνει τα ανθρώπινα αυτά όντα να πάψουν να είναι αδελφοί μας...»
Ιδού λοιπόν τα «κίνητρα» για τον (φανατικό ρατσιστή) Χούβερ: είχε οργανώσει μια επιχείρηση παγίδευσης του Κινγκ με «κοριούς» και μαγνητόφωνα για να αποδείξει ότι βρισκόταν «υπό την επήρεια των κομμουνιστών». Ήταν τόσο σίγουρος για την ενοχή του δημοφιλέστατου μαύρου ακτιβιστή, που έδωσε εντολή να μην ειδοποιείται πλέον για απειλές κατά της ζωής του! Και το τραγικό είναι ότι όλη αυτή η εκστρατεία _ διήρκεσε επτά χρόνια, χωρίς να προκύψουν επιβαρυντικά στοιχεία για τον Κινγκ – έγινε με την πλήρη κάλυψη του Ρόμπερτ Κένεντι, ο οποίος ήταν τότε (1961) υπουργος δικαιοσύνης.
Στίχους του αρχαίου τραγικού Αισχύλου απήγγειλε άλλωστε ο (εξίσου σημαδεμένος από τη μοίρα) Ρόμπερτ εκφωνώντας στην Ινδιανάπολη μια συγκινητική ομιλία 4 λεπτών και 57 δευτερολέπτων για να πληροφορήσει το ακροατήριο του για τη δολοφονία του Κινγκ και να ζητήσει να προσευχηθούν όλοι για την οικογένεια του και για τη χώρα. Βρισκόταν σε προεκλογική εκστρατεία, δυο μήνες και μια ημέρα προτού συναντήσει και αυτός τον δικό του δολοφόνο...
Μια σφαίρα από τον «παράφρονα λευκό αδελφό»
Ουάσιγκτον. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ είχε πάει στο Μέμφις για να στηρίξει την απεργία των υπαλλήλων καθαριότητας. Συμμετείχε σε σειρά εκδηλώσεων διαμαρτυρίας, τονίζοντας πάντα ότι οι διαδηλώσεις έπρεπε να είναι ειρηνικές. Στις 3 Απριλίου 1968, παραμονή της μοιραίας συνάντησης του με τον δολοόνο, έβγαλε τον λόγο που εκ των υστέρων αποδείχθηκε προφητικός: «Βλέπω την κορυφή του βουνού, αντίκρισα τη Γη της Επαγγελίας. Αλλά δεν θα είμαι μαζί σας όταν θα φθάσετε εκεί.»
Η φονική σφαίρα του «παράφρονος λευκού αδελφού» τον βρήκε στο κεφάλι την ώρα που μιλούσε από το μπαλκόνι του δωματίου του στο ξενοδοχείο «Λόρεν» του Μέμφις. Δεν πρόλαβε να φθάσει το ασθενοφόρο, διότι ο άνθρωπος που βρισκόταν στο τηλεφωνικό κέντρο του ξενοδοχείου έπαθε έμφραγμα και πέθανε ακαριαία μόλις ακούστηκε ο πυροβολισμός. Τα τελευταία λόγια του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ τα είπε, στο πάρκινγκ όπου τον μετέφεραν, σε έναν από τους δικούς του ανθρώπους. Ήθελε να σιγουρευτεί ότι σε μια συγκέντρωση που είχε προγραμματισθεί σε εκκλησία το ίδιο βράδυ θα ακουγόταν ο ύμνος: «Πιάσε το χέρι μου, Πανάγαθε Κύριε... Έρχομαι απόψε κοντά σου».
Ο δολοφόνος έριξε από παράθυρο ξενοδοχείου στο απέναντι πεζοδρόμιο μία μόνον σφαίρα με τουφέκι Ρέμινγκτον. Ονομαζόταν Τζέις Ερλ Ρέι, με βαρύ ποινικό μητρώο, καταζητούμενος δραπέτης. Κατάφερε ωστόσο να διαφύγει και συνελήφθη δυο μήνες αργότερα, στο αεροδρόμιο Χίθροου στο Λονδίνο όπου είχε φθάσει ταξιδεύοντας με ψεύτικα χαρτιά. Στη δίκη του ομολόγησε την ενοχή του για να αποφύγει την θανατική ποινή.
Αργότερα ισχυρίστηκε ότι ήταν αθώος και απέδωσε την δολοφονία του Κινγκ σε συμφωνία της αμερικανικής κυβέρνησης με τη μαφία, άποψη που υιοθέτησε η οικογένεια του Κινγκ, καθώς και στενοί συνεργάτες του, όπως ο αιδεσιμότατος Τζέσι Τζάκσον, ο οποίος βρισκόταν δίπλα του στο μπαλκόνι του «Λόρεν».
Ο Ρέι πέθανε στην φυλακή το 1998. Σύμφωνα με άλλες θεωρίες, είχε οπλιστεί από μαύρους σκληροπυρηνικούς που ήθελαν να σωπάσει για πάντα το ειρηνικό πνεύμα υου Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.
Ολ. Τσεκούρα |